Ντόμινο επιδράσεων προκαλεί σε επιχειρήσεις, πρωτίστως, αλλά και σε τράπεζες, το αιφνίδιο τέλος των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς επενδυτικά σχέδια που είχαν δομηθεί πάνω στο εξαιρετικά χαμηλό κόστος χρηματοδότησης του RRF ανατρέπονται και καλούνται πλέον να επαναξιολογηθούν με όρους αγοράς.
Η αρνητική αυτή κατάληξη αποδίδεται σε συνδυασμό παραγόντων που εκτείνεται από τον ετεροχρονισμό επιχειρηματικών αποφάσεων και την ατελή ορατότητα ως προς το pipeline των τραπεζών έως την περιορισμένη ενημέρωση για τις επικείμενες αλλαγές στο δανειακό σκέλος του προγράμματος. Ως συνέπεια αυτών, κεφάλαια της τάξεως των 2 δισ. ευρώ που αφορούσαν το δανειακό σκέλος του Ταμείου, περνούν υπό τη σκέπη της Αναπτυξιακής Τράπεζας με κατεύθυνση προς τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων μετά τη λήξη του μηχανισμού.
Ξαναγράφονται επενδυτικά σχέδια
Προς ώρας το τοπίο παραμένει θολό για τις τράπεζες, καθώς δεν έχει ξεκαθαρίσει, ούτε πόσα έργα θα χρηματοδοτηθούν μέσω αυτής, αλλά ούτε πώς επηρεάζονται τα business plans από το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης. Και αυτό διότι μερίδα επιχειρήσεων που έσπευσε, έστω και βραδέως να αξιοποιήσει τον χαμηλότοκο δανεισμό του Ταμείου, δαπανώντας σημαντικούς πόρους για την κατάρτιση business plans προσαρμοσμένων στις αυστηρές προδιαγραφές και τους όρους αυτού, καλείται είτε να αναδιαμορφώσει τον χρηματοδοτικό σχεδιασμό των επενδύσεων, είτε να παγώσει επενδυτικά σχέδια, έχοντας ήδη επωμιστεί σημαντικό κόστος για συμβουλευτικές υπηρεσίες, νομικούς και τεχνικούς συμβούλους.
Όπως αναφέρουν στο insider.gr, υψηλόβαθμα τραπεζικά στελέχη, ζητούμενο αποτελεί πλέον το πόσα επενδυτικά σχέδια παραμένουν βιώσιμα χωρίς τη στήριξη του επιδοτούμενου κόστους χρηματοδότησης του RRF, δεδομένου ότι η διαφορά στο κόστος χρήματος δεν σχετίζεται μόνο με το spread αλλά πρωτίστως με το επιτόκιο βάσης.
Ακριβότερος δανεισμός, άλλη εξίσωση
Συγκεκριμένα, τα δάνεια του RRF χορηγούνται με σταθερό επιτόκιο από 0,35% έως 1,50%, ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης και τη γεωγραφική περιοχή της επένδυσης, για μέση διάρκεια περίπου δέκα ετών. Την ίδια στιγμή, τα επιτόκια βάσης για αντίστοιχη δεκαετή χρηματοδότηση, πριν καν προστεθεί το spread, κινούνται σήμερα κοντά στο 2,9%, δημιουργώντας εξαρχής gap της τάξεως του 1,9%.
Εάν προστεθεί και ένα μέσο spread περίπου 1,4% - το οποίο κυμαίνεται μεταξύ 0,9% και 1,8% ανάλογα με την πιστοληπτική αξιολόγηση της επιχείρησης ή του επενδυτικού σχεδίου - η συνολική διαφορά κόστους έναντι του RRF προσεγγίζει πλέον τις 3,3 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι για κάθε 1 εκατ. ευρώ χρηματοδότησης που θα χρειαστεί να υποκαταστήσει δάνειο του Ταμείου Ανάκαμψης με συμβατικό τραπεζικό δανεισμό, το πρόσθετο κόστος ανέρχεται περίπου σε 33 χιλ. ευρώ ετησίως ή περίπου 330 χιλ. ευρώ στη δεκαετία.
Όπως σημειώνουν στελέχη μεγάλων επιχειρηματικών χορηγήσεων, ένα σταθερό κόστος τραπεζικού δανεισμού κοντά στο 4,3% για ορίζοντα δεκαετίας παραμένει από μόνο του ιδιαίτερα ικανοποιητικό και, σε αρκετές περιπτώσεις, χαμηλότερο από τους όρους με τους οποίους χρηματοδοτούνται αντίστοιχες επιχειρήσεις ή σχέδια στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ωστόσο, δεν μπορεί να συγκριθεί με το επιδοτούμενο κόστος χρήματος του RRF, πάνω στο οποίο δομήθηκε σημαντικό μέρος των επενδυτικών σχεδίων της τελευταίας τριετίας.
Αμοιβαίες υποχωρήσεις για να σωθούν projects
Από την άλλη πλευρά, μέρος των επενδυτικών σχεδίων εκτιμάται ότι θα προχωρήσει μέσω καθαρού τραπεζικού δανεισμού, έστω και υπό διαφορετικούς οικονομικούς όρους για όλες τις πλευρές. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι τράπεζες ενδέχεται να εμφανιστούν πιο ευέλικτες στην τιμολόγηση, επιδιώκοντας να χτίσουν ισχυρότερες σχέσεις με πελάτες, οι δε επιχειρήσεις να αποδεχθούν χαμηλότερες αποδόσεις (IRR), αντί να εγκαταλείψουν έργα που είχαν ουσιαστικά εισέλθει σε ώριμη φάση υλοποίησης.



